Ξετρελαμένη τότε η δύστυχη γυναίκα, έτρεχαν από δω και από 'κει στις ερημιές στις βαλτώδεις εκβολές των ποταμιών και μέσα στις πυκνές τους καλαμιές, για να βρει τον αγαπημένο της Κήυκα. Οπότε, οι θεοί του Ολύμπου την λυπήθηκαν και την μεταμόρφωσαν και αυτήν σε πουλί, τη γνωστή μας Αλκυόνη, για να ψάχνει και στις θάλασσες μήπως εκεί βρει το χαμένο της άντρα. Ωστόσο όμως η δυστυχία εξακολουθούσε να την συντροφεύει, γιατί αντίθετα από τ' άλλα πουλιά που γεννούν και κλωσούν τ' αυγά τους την άνοιξη αυτή γεννάει μέσα στη βαρυχειμωνιά, οπότε μανιασμένα τα κύματα της θάλασσας τέτοιον καιρό, της άρπαξαν αυγά και πουλιά κάνοντάς την να κλαίει σπαραχτικά Για άλλη μία φορά ο Δίας έδειξε συμπόνια για την Αλκυόνη, δεκαπέντε μέρες στην καρδιά του χειμώνα, να κοπάζουν οι άνεμοι, να ζεσταίνει την πλάση ο ήλιος, μέχρι να μπορέσει η Αλκυόνη να κλωσήσει τ' αυγά και να βγουν τα μικρά της από μέσα.
Η καλοσύνη στον λόγο καλλιεργεί την εμπιστοσύνη. Η καλοσύνη στη σκέψη καλλιεργεί το βάθος. Η καλοσύνη στην προσφορά καλλιεργεί την αγάπη. Λάο Τσε (604-502 π.Χ.)
Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010
Αλκυονίδες Μέρες με Διάρκεια Μηνών...
Ξετρελαμένη τότε η δύστυχη γυναίκα, έτρεχαν από δω και από 'κει στις ερημιές στις βαλτώδεις εκβολές των ποταμιών και μέσα στις πυκνές τους καλαμιές, για να βρει τον αγαπημένο της Κήυκα. Οπότε, οι θεοί του Ολύμπου την λυπήθηκαν και την μεταμόρφωσαν και αυτήν σε πουλί, τη γνωστή μας Αλκυόνη, για να ψάχνει και στις θάλασσες μήπως εκεί βρει το χαμένο της άντρα. Ωστόσο όμως η δυστυχία εξακολουθούσε να την συντροφεύει, γιατί αντίθετα από τ' άλλα πουλιά που γεννούν και κλωσούν τ' αυγά τους την άνοιξη αυτή γεννάει μέσα στη βαρυχειμωνιά, οπότε μανιασμένα τα κύματα της θάλασσας τέτοιον καιρό, της άρπαξαν αυγά και πουλιά κάνοντάς την να κλαίει σπαραχτικά Για άλλη μία φορά ο Δίας έδειξε συμπόνια για την Αλκυόνη, δεκαπέντε μέρες στην καρδιά του χειμώνα, να κοπάζουν οι άνεμοι, να ζεσταίνει την πλάση ο ήλιος, μέχρι να μπορέσει η Αλκυόνη να κλωσήσει τ' αυγά και να βγουν τα μικρά της από μέσα.
Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010
Διαδικτυακές Σχέσεις
Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010
Θαύμα!!!
Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010
Παραμυθούπολη

Υπάρχουν φορές που σκέφτομαι αν όλα αυτά τα παραμύθια που μας έλεγαν από μικρά παιδιά, έχουν κάποια δόση αλήθειας. Η Χιονάτη, η Σταχτοπούτα, η Αλίκη, τα Γουρουνάκια, η Κοκκινοσκουφίτσα, η Πεντάμορφη και τόσα άλλα.
Πιστεύω ότι σίγουρα κρύβουν μέσα τους αληθινές στιγμές, δεν είναι όλα μυθοπλασία. Όλοι αυτοί που κατά καιρούς εμπνέονταν και εμπνέονται με αποτέλεσμα να γράφουν ή να αφηγούνται παραμύθια, σίγουρα βλέπουν σκηνές τριγύρω τους, από την καθημερινότητά τους, που τους δίνουν το έναυσμα να εκφράσουν τις απόψεις τους μέσα από ένα καλλιτεχνικό έργο, μέσα από ένα παραμύθι. Ο σκοπός τους είναι συνήθως να αφυπνίσουν, να δώσουν παραδείγματα χειρισμού καταστάσεων της ζωής, να περάσουν μηνύματα, να τέρψουν και να λυτρώσουν τον αναγνώστη ή τον ακροατή. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που τα περισσότερα έχουν αίσιο τέλος. Μέσα από τα παραμύθια έρχεται μία κάθαρση, μία λύτρωση. Οι κακοί τιμωρούνται και οι ερωτευμένοι παντρεύονται και ζουν μαζί ευτυχισμένοι για πάντα. Βέβαια, ποτέ δεν μάθαμε τι απέγιναν όλοι οι αγαπημένοι μας ήρωες με το πέρας των παραμυθιών. Ίσως είναι και αυτό ένα τέχνασμα του παραμυθά, του συγγραφέα, του μυθοπλάστη, του μυθιστοριογράφου ή του επινοητή φανταστικών ιστοριών, να σε αφήνει να φαντάζεσαι, να ονειρεύεσαι και να ελπίζεις.
Σήμερα, λοιπόν, αισθάνομαι ότι ζω σε μία παραμυθούπολη, ούσα ηρωίδα στο δικό μου παραμύθι. Υπάρχουν πολλοί κατεργάρηδες εκεί έξω που μου λένε όλου του κόσμου τα παραμύθια, μόνο που σήμερα δεν είμαι παιδί και τα παραμύθια που ακούω είναι τόσο κακοειπωμένα που με κάνουν να απογοητεύομαι, διότι αυτοί που μου τα λένε δεν έχουν ίχνος έμπνευσης και δημιουργίας. Ω Θεέ μου, τι ένδεια πνεύματος είναι αυτή που βιώνουμε σήμερα σε όλα τα επίπεδα!!!!
Τρίτη 22 Ιουνίου 2010
Ο Πρίγκιπας των Ονείρων μου...

Παλιμπαιδισμός ή Ονειροβασία;
Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2010
Δύο Μάνες Ένα Βρέφος

Ο Σολομών, βασιλιάς του Ισραήλ, ήταν γιος του Δαβίδ και κυβέρνησε για σαράντα χρόνια, από το 971 έως το 931 π.Χ. αναλαμβάνοντας το θρόνο στην ηλικία περίπου των είκοσι χρόνων. Διακρίθηκε όχι στα πεδία των μαχών, αλλά στο πεδίο της σκέψης, του σχεδιασμού, των διαπραγματεύσεων και της οργάνωσης.
Κατά την παράδοση, ο Σολομών είδε στον ύπνο του τον Θεό, ο οποίος τον ρώτησε τι θα προτιμούσε να του χαρίσει, δόξα, πλούτη ή σοφία; Και ο Σολομών εκ των τριών διάλεξε τη Σοφία και γι' αυτό ο Θεός ευχαριστημένος από την επιλογή του, του χάρισε και τα τρία, πλούτη από το εμπόριο, δόξα από τους λαούς της εποχής του, αλλά και σοφία για να διοικήσει το λαό του.
"Και ο Θεός έδωσε στον Σολομώντα σοφία και υπερβολικά πολλή φρόνηση, και έκταση πνεύματος, σαν την άμμο που είναι στην άκρη της θάλασσας. Και η σοφία του Σολομώντα ξεπέρασε την σοφία όλων των κατοίκων της ανατολής, και ολόκληρη την σοφία της Αιγύπτου.....Και έρχονταν από όλους τους λαούς, για να ακούσουν την σοφία του Σολομώντα, από όλα τα βασιλεία της γης, όσοι άκουγαν την σοφία του".
Υπάρχουν δύο στάδια στη διαδικασία απόκτησης σοφίας.
- Στο πρώτο στάδιο πρέπει να δούμε πως η γνώση (απόκτηση πληροφοριών) και η παιδεία (την ερμηνεία αυτής της πληροφορίας) πρέπει να αποκτηθούν. Γι' αυτό, χρειάζεται μια δεκτική, ανοιχτή καρδιά, όπως αυτή ενός παιδιού.
- Στο δεύτερο στάδιο θα πρέπει να δούμε πως μπορούμε να ενεργούμε με σοφία, γιατί η σοφία δεν είναι ούτε πληροφορία (γνώση) αλλά ούτε και επεξήγηση (ερμηνεία).
Η σοφία είναι η σωστή πράξη, η σωστή εφαρμογή αυτών που έχουμε ήδη λάβει. Η σοφία είναι επίσης φανερή όχι μόνο στην επιλογή της σωστής πράξης αλλά και στον τρόπο εφαρμογής της. Η σοφία ενεργεί χωρίς υπερηφάνεια, με δικαιοσύνη, ευαισθησία και διακριτικότητα.
2010...Τόσους αιώνες μετά, ζώντας σε μία "πολιτισμένη" πλέον κοινωνία συνέβη το ίδιο περιστατικό. Δύο μάνες διεκδικούν το ίδιο μωρό. Στη θέση του Σολομώντα, μια γυναίκα αυτή τη φορά λειτούργησε με την ίδια σοφία, απονέμοντας δικαιοσύνη και χαρίζοντας πίσω στην πραγματική μητέρα το μωράκι της. Τα χαρίσματά της είναι οξύνοια πνεύματος, παρατηρητικότητα, αγάπη για τον συνάνθρωπο και μεγαλύτερο όλων η Σοφία. Χάρη σ' αυτή τη γυναίκα το μωράκι δεν θα αποχωριστεί από την πραγματική μαμά του.
Παρακολουθώντας σήμερα την πρωινή εκπομπή ενός μεγάλου καναλιού που είχαν τη συνέντευξη της γειτόνισσας έπεσα από τα σύννεφα όταν ο δημοσιογράφος τη ρώτησε τι θα απαντούσε σε όλους αυτούς που την κατηγορούν ότι "κάρφωσε" τη γυναίκα που έκλεψε το μωρό μιας άλλης. Αυτή η γυναίκα, λοιπόν, απάντησε με πολλή αξιοπρέπεια λέγοντας ότι έκανε το σωστό, ότι ενήργησε ως μάνα και ότι δεν ήθελε να χάσει η πραγματική μητέρα το παιδί της.
Επομένως, η συγκεκριμένη γυναίκα λειτούργησε με πνεύμα σοφίας. Τι ωραίο παράδειγμα. Πόσο ενθαρρυντικό είναι να ξέρεις ότι υπάρχουν δίπλα μας τόσο γλυκείς άνθρωποι με υψηλά ιδανικά, οι οποίοι νοιάζονται γνήσια για τον συνάνθρωπό τους. Μακάρι όλοι να ακολουθούσαν το παράδειγμα αυτής της γυναίκας. Το μόνο που έχω να πω είναι ΕΥΓΕ.
Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010
Ο Θεός Έρωτας

Υπάρχουν πολλοί μύθοι γύρω από τον Έρωτα, ο επικρατέστερος όμως υποστηρίζει ότι ο Ερωτας γεννήθηκε από τη συνεύρεση της Αφροδίτης με τον Άρη ένα ωραίο βράδυ του καλοκαιριού. Ως γνήσιος γιος της θεάς της ομορφιάς, ο Έρως έγινε ο θεός του πόθου, του έρωτα και της σεξουαλικής δραστηριότητας.
Σύμφωνα με όλους τους μύθους ο Ερωτας ήταν πανέμορφος, αλλά και μόνιμη πηγή μπελάδων τόσο για τους θεούς όσο και τους θνητούς. Αδερφός του Έρωτα ήταν ο Άντερος, ενώ στενοί του συνεργάτες ήταν ο Πόθος και ο Ήμερος.
Ο Έρωτας εμφανιζόταν σε πολλές αναπαραστάσεις, κυρίως με τη μορφή που τον παρουσίασαν αργότερα και οι Ρωμαίοι, ως φτερωτό μωρό με βέλη στα χέρια. Σύμφωνα πάλι με το μύθο, ο Έρως έχει δυο ειδών βέλη: τα χρυσά με φτερά περιστεριών και άλλα με φτερά κουκουβάγιας.
Τα βέλη με τα φτερά των περιστεριών είναι αυτά που έριχνε στις καρδιές των θνητών και αθανάτων, ώστε να διεγείρει τα ερωτικά συναισθήματα.
Έρωτας και Ψυχή

Καθώς περνούσε ο καιρός, η Ψυχή εξακολουθούσε να προκαλεί το θαυμασμό και τη λατρεία των ανθρώπων. Όμως, κανείς δεν την ερωτεύτηκε, κανείς δεν ζήτησε να την παντρευτεί. Απελπισμένοι οι γονείς της πήγανε στο Μαντείο των Δελφών και ο Απόλλωνας, δασκαλεμένος από τον Έρωτα, έδωσε τον τρομερό χρησμό του: «η Ψυχή δεν προορίζεται για γυναίκα κανενός θνητού. Ο άντρας της την περιμένει στην κορυφή ενός βουνού και είναι ένα αποκρουστικό τέρας, που κανείς, ούτε θνητός ούτε αθάνατος, δεν μπορεί να του αντισταθεί».
Ο χρησμός προκάλεσε θλίψη, όμως ποιος θα μπορούσε να αγνοήσει τα λόγια του θεού; Ο γάμος ετοιμάστηκε μέσα σε ατμόσφαιρα πένθιμη, όλος ο λαός συνόδεψε με θρήνους τη νύφη στην κορυφή του βουνού και την άφησε εκεί μόνη της. Κι ενώ εκείνη περίμενε κλαίγοντας την εκπλήρωση του χρησμού, ο Ζέφυρος τη σήκωσε απαλά από τη γη και την έφερε σε μια ανθισμένη κοιλάδα. Η κόρη αποκοιμήθηκε αποκαμωμένη κι όταν ξύπνησε, περπάτησε τριγύρω και είδε μπροστά της ένα λαμπρό παλάτι, που φαινόταν πως δεν το είχαν φτιάξει χέρια θνητού. Γοητευμένη, μπήκε στις εξαίσιες αίθουσες κι άκουσε μια φωνή να της λέει πως ό,τι έβλεπε ήταν δικό της και πως αυτό θα ήταν το σπίτι της από δω και πέρα.
Αργά τη νύχτα, έφτασε και ο κύριος του παλατιού. Η Ψυχή δεν μπορούσε να τον δει, όμως, καθώς έγειρε δίπλα της κι άρχισε να της μιλάει τρυφερά, όλοι της οι φόβοι εξαφανίστηκαν. Ήξερε πως ο άντρας της δεν μπορεί να ήταν ένα αποκρουστικό τέρας, αλλά εκείνος που χρόνια περίμενε και ονειρευόταν.
Δεν πέρασε καιρός και η Ψυχή άρχισε να νιώθει νοσταλγία για την οικογένειά της. Ζήτησε, λοιπόν, από τον άντρα της να της επιτρέψει να δεχτεί τις δυο της αδελφές και να τους δείξει πόσο ευτυχισμένα ζούσε. Εκείνος προσπάθησε να την αποτρέψει, προειδοποιώντας την για τις συμφορές που θα ακολουθούσαν. Όμως δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί για πολύ στα δάκρυα και στις ικεσίες της και τελικά υπέκυψε, αφού προηγουμένως την έβαλε να του υποσχεθεί πως, ό,τι κι αν γινόταν, δεν θα επιχειρούσε ποτέ να τον δει.
Έφυγαν, αφήνοντάς την να παλεύει με τους αναγεννημένους φόβους της και με την αίσθηση ότι δεν μπορεί να ήταν αληθινά τα λόγια τους. Ξεχνώντας τις προειδοποιήσεις του και τις υποσχέσεις της, τον περίμενε ν’ αποκοιμηθεί κι ύστερα πήρε ένα λυχνάρι και το μαχαίρι και έσκυψε από πάνω του, αποφασισμένη να τον σκοτώσει, αν η μορφή του ήταν τερατώδης. Αλλά, αντί για το αποκρουστικό τέρας, είδε τον ομορφότερο από τους θεούς. Το μαχαίρι της έπεσε από τα χέρια και καθώς έγειρε για να τον δει καλύτερα, μια σταγόνα καυτό λάδι από το λυχνάρι έπεσε στον ώμο του. Άνοιξε τα μάτια του, την κοίταξε και χωρίς να πει λέξη πέταξε έξω από το παράθυρο. Εκείνη προσπάθησε να τον ακολουθήσει, αλλά έπεσε στο χώμα. Εκεί πεσμένη τον άκουσε να της λέει: «Έτσι, λοιπόν, ανταποδίδεις την αγάπη μου; Πήγαινε στις αδελφές σου, αφού προτίμησες τις συμβουλές τους από μένα. Η μοναδική σου τιμωρία είναι ότι ποτέ πια δεν θα με ξαναδείς: η αγάπη δεν μπορεί να ζήσει με την καχυποψία». Κι έφυγε.
Κανένας θρήνος, κανένας λόγος μετάνοιας, καμιά ικεσία δεν μπόρεσαν να τον λυγίσουν. Το παλάτι και η ανθισμένη κοιλάδα εξαφανίστηκαν σαν μην είχαν ποτέ υπάρξει και η Ψυχή απόμεινε μόνη της σ’ έναν ερημωμένο τόπο.
Τον είχε προδώσει. Τα είχε χάσει όλα. Έπρεπε να τιμωρηθεί, αλλά όχι έτσι, όχι με μια ζωή χωρίς τον Έρωτα. Αποφάσισε να γυρίσει όλον τον κόσμο, αναζητώντας τον. Περπατούσε μέρες και νύχτες, χωρίς τροφή και νερό, τα ρούχα της κουρελιάστηκαν, το σώμα της γέμισε πληγές, αλλά δεν την ένοιαζε. Ήθελε μόνο να τον βρει, να του ζητήσει να τη συγχωρέσει, κι αν εκείνος δεν μπορούσε, να της χάριζε τουλάχιστον τον θάνατο. Κάποτε έφτασε σ’ έναν ναό και σκέφτηκε ότι ίσως εκεί να έβρισκε τον αγαπημένο της. Ο ναός ήταν αφιερωμένος στη θεά Δήμητρα, που συγκινήθηκε από τις προσευχές της δύστυχης κοπέλας και τη συμβούλεψε να πάει στην Αφροδίτη, να υποταχτεί στο θέλημά της και να της ζητήσει συγχώρεση.
Γεμάτη αμφιβολίες για το αν θα μπορούσε να εξευμενίσει την τρομερή θεά, η Ψυχή ακολούθησε τη συμβουλή. Η Αφροδίτη τη δέχτηκε αλλά η όψη της δεν προμήνυε τίποτα καλό. Της μίλησε με περιφρόνηση και της είπε πως αν θέλει να κερδίσει τον Έρωτα, θα πρέπει να περάσει αρκετές δοκιμασίες. Ύστερα την οδήγησε στον αποθήκη, της έδειξε ένα τεράστιο σωρό από μικρούς σπόρους και τη διέταξε να τους έχει ξεχωρίσει μέχρι το βράδι. Όταν έμεινε μόνη, η Ψυχή άρχισε να θρηνεί με τέτοια απόγνωση, ώστε τα μυρμήγκια τη λυπήθηκαν και μαζεύτηκαν κατά εκατοντάδες γύρω από τους σπόρους. Πριν βραδιάσει, η διαταγή της Αφροδίτης είχε εκτελεστεί.
Η δεύτερη δοκιμασία δεν ήταν λιγότερο δύσκολη. Η θεά έδειξε στην Ψυχή τις όχθες ενός ποταμού όπου έβοσκαν χρυσόμαλλα πρόβατα και διέταξε να της φέρει λίγο από το πολύτιμο μαλλί τους. Καθώς η κοπέλα πλησίαζε στον ποταμό, άκουσε τα καλάμια να της ψιθυρίζουν πως, αν περίμενε να έρθουν τα πρόβατα να πιουν νερό, θα μπορούσε έπειτα να μαζέψει το μαλλί που θ’ απέμενε στα κλαδιά των γύρω θάμνων.
Αλλά το χρυσό μαλλί δεν ήταν αρκετό για να κατευνάσει τη μανία της Αφροδίτης. Έδωσε, λοιπόν, στην Ψυχή ένα άδειο κουτί και τη διέταξε να πάει στον Άδη, να παρουσιαστεί στην Περσεφόνη και να της πει: «Η κυρά μου, η Αφροδίτη, σε παρακαλεί να της στείλεις λίγη από την ομορφιά σου, επειδή φροντίζοντας τον πληγωμένο γιο της έχασε ένα μέρος από τη δική της».
Σίγουρη πια για τη μοίρα της, η Ψυχή κίνησε για τον κόσμο του Ερέβους. Και πάλι, μια φωνή την καθοδήγησε πώς θα βρει το δρόμο για το βασίλειο του Πλούτωνα, πώς θα αποφύγει τους κινδύνους και πώς θα περάσει με ασφάλεια από τον Κέρβερο. Επίσης, τη συμβούλεψε να μην ανοίξει για κανένα λόγο το κουτί που θα της έδινε η Περσεφόνη.
Η αρχόντισσα του Κάτω Κόσμου δεν αρνήθηκε το αίτημα της Αφροδίτης κι έτσι η Ψυχή ολοκλήρωσε κι αυτή τη δοκιμασία. Αλλά, καθώς επέστρεφε, ξέχασε την τελευταία συμβουλή και άνοιξε το κουτί, με σκοπό να πάρει λίγη από την ομορφιά της θεάς, ώστε να μην εμφανιστεί άσχημη μπροστά τον αγαπημένο της Έρωτα.
Το κουτί ήταν άδειο – ή τουλάχιστον η Ψυχή δεν είδε τίποτα. Όμως, σχεδόν αμέσως έπεσε στα μισά του δρόμου, βυθισμένη σ’ έναν περίεργο ύπνο. Η Περσεφόνη είχε βάλει μέσα στο κουτί τον Ύπνο της Στυγός.
Όλον αυτόν τον καιρό, ο Έρωτας ήταν σχεδόν φυλακισμένος στο παλάτι της μητέρας του, μέχρι να επουλωθεί πληγή του. Τη στιγμή που η Ψυχή υπέκυπτε στην περιέργειά της, εκείνος είχε πια ανακτήσει τις δυνάμεις του. Βρίσκοντας ένα παράθυρο που είχε ξεχαστεί μισάνοιχτο, πέταξε έξω για να βρει την αγαπημένη του, αφού του ήταν αδύνατο να παρατείνει άλλο την τιμωρία της. Την είδε πεσμένη στο χώμα και την άγγιξε με την άκρη του αργυρού του βέλους: «Για άλλη μια φορά σε νίκησε η περιέργειά σου» της είπε, «ωστόσο, κάνε την παραγγελία της μητέρας μου και θα φροντίσω εγώ για τα υπόλοιπα».
Πράγματι, η Ψυχή παρέδωσε το κουτί στην Αφροδίτη, ενώ ο Έρωτας παρουσιάστηκε στον Δία και ζήτησε τη μεσολάβησή του. Σε λίγο, ο Ερμής έφερε την Ψυχή στον Όλυμπο, ενώπιον των θεών, και της προσέφερε ένα ποτήρι αμβροσία, λέγοντας: «Πιες το, Ψυχή, και θα γίνεις αθάνατη. Ο Έρωτας ποτέ δεν θα ξεφύγει από αυτόν τον δεσμό και οι γάμοι σας θα είναι αιώνιοι».
Κι έτσι, μετά από λάθη και δοκιμασίες, η Ψυχή ενώθηκε για πάντα με τον Έρωτα, κερδίζοντας το δώρο της αθανασίας. Ο καρπός της ένωσής τους ήταν μια κόρη, η Ηδονή.


